γελοιότης

γελοιότης, ητος, ,
A absurdity, Ath.11.497f.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γελοιότης — absurdity fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιότητα — γελοιότης absurdity fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιότητι — γελοιότης absurdity fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιότητος — γελοιότης absurdity fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιότητα — η (AM γελοιότης) [γελοίος] το να είναι κάποιος ή κάτι γελοίο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.